Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

«Άντε στο διάολο… βρε ουστ!»

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΑ προ ημερών, εκείνη την εξαιρετική ελληνική ταινία, «Ένας ήρωας με παντούφλες», με τον αείμνηστο Βασίλη Λογοθετίδη στο ρόλο του στρατηγού Δεκαβάλα. Όπου ο στρατηγός Δεκαβάλας, είναι ένας ήρωας που πολέμησε για την πατρίδα και εκείνη τον τίμησε με μια πενιχρή σύνταξη, ίσα για να επιβιώνει στη δύσκολη ζωή του! Του απέμειναν μόνο η δόξα, το σπαθί του, το λοφίο στο πηλήκιο και μερικά σιρίτια στους ώμους!

Ο στρατηγός Δεκαβάλας έχει έναν εξάδερφο που είναι λίγο ως πολύ λαμόγιο, ο οποίος κάποια στιγμή ανακαλύπτει ότι μπορεί να κάνει μια κομπίνα με έναν ιδιαίτερο του υπουργού Εθνικής Αποκαταστάσεως. Και η κομπίνα είναι, να μετονομάσουν την πλατεία μπροστά από το σπίτι του στρατηγού σε πλατεία Στρατηγού Λάμπρου Δεκαβάλα και να του στήσουν και έναν ανδριάντα, με χρήμα που θα δώσει η πατρίς, ευγνωμονούσα τον ήρωα!
Η πατρίδα, φυσικά, δεν έχει καμιά υποχρέωση να ευγνωμονεί κανέναν, όπως θα πει αργότερα ο πειναλέος γλύπτης Νάξιος! Με τα πολλά, ο στρατηγός δέχεται με μεγάλη χαρά να του κάνουν τον ανδριάντα (αφού η πατρίδα τον θυμήθηκε επιτέλους), και έτσι μια ωραία Κυριακή, με πανηγύρια και πολλά ταρατατζούμ, στήνεται στην πλατεία ένα άγαλμα (και μια ωραία κομπίνα), όπου ο στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας ιππεύει περήφανος ένα τεράστιο άλογο (και τα λαμόγια θ’ αρπάξουν το χρήμα).
Ώσπου μπαίνει στο σπίτι του στρατηγού ο γλύπτης που φιλοτέχνησε το άγαλμα. Πειναλέος, ρακένδυτος σχεδόν, πέφτει με τα μούτρα στο φαγητό και με την κουβέντα αποκαλύπτει την μεγάλη κομπίνα του ξαδέρφου με τον ιδιαίτερο του υπουργού! Και ακριβώς εκεί θα πει ο πειναλέος γλύπτης Νάξιος το περίφημο: «Η πατρίδα δεν έχει υποχρέωση να θυμηθεί κανέναν!» Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή, είναι που η μοναξιά μεγαλώνει γύρω από τον στρατηγό και την οικογένειά του!
Όταν βλέπεις ξανά και ξανά ορισμένες ελληνικές ταινίες στη σημερινή εποχή, δεν θέλει πολύ για να ανακαλύψεις πόσο ταυτίζονται με το σήμερα. Όπως αυτή των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου. Πόσο έχει αλλάξει η Ελλάδα σήμερα μετά από 60 χρόνια; Πέρα από τις μεγάλες αλλαγές που έγιναν στην τεχνολογία και στον τρόπο ζωής, η ελληνική κοινωνία και η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα παραμένουν αναλλοίωτες.
Ο στρατηγός Δεκαβάλας, ένας αγνός ήρωας, ζει με μια ψωροσύνταξη και πουλάει το καλό του κοστούμι στον παλιατζή για να επιβιώσει. Θα μπορούσε να ξεπουλήσει ακόμα και το σπαθί του για πέντε τάλαρα! Αλλά έχει τιμή και δόξα αυτό το σπαθί και δεν το κάνει! Αυτό τον κράτησε όρθιο και ζωντανό στις μεγάλες μάχες. Ο στρατηγός Δεκαβάλας δεν μπορεί να ξεπουλήσει τη δόξα και την τιμή του! Γιατί αυτά ανήκουν στον ίδιο και στην πατρίδα του.
Και όταν αποκαλύπτεται η κομπίνα του ξαδέρφου και η κόρη χάνει τον προικοθήρα αρραβωνιαστικό, τότε μένει η μοναξιά να συντροφεύσει αυτή τη φτωχή οικογένεια. Εκεί πουλάει το καλό κοστούμι του για να πληρώσει τα φάρμακα για τη δυστυχία που βρήκε το σπίτι του! Και ακριβώς εκεί είναι που παίρνει το σπαθί του και διώχνει από το σπίτι του πια, το λαμόγιο ξάδερφο και τον προικοθήρα αρραβωνιαστικό! Και φωνάζει: «Άντε στο διάολο… ουστ! Βρε ουστ!»
Στην ίδια μοίρα βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα! Που ετοιμάζεται να ξεπουλήσει τα κοστούμια της αλλά και τη δόξα της! Μια Ελλάδα φτωχή όσο ποτέ άλλοτε, που προσπαθεί να αναρρώσει από τα λαμόγια που την πούλησαν για να πλουτίσουν. Μια Ελλάδα υποβαθμισμένη, βουλιαγμένη στο ψέμα και στη μοναξιά της. Μια χώρα όπου μαζεύτηκαν από πάνω της τα κοράκια έτοιμα να κατασπαράξουν το σώμα της όταν πεθάνει. Αυτό περιμένουν άλλωστε τα λαμόγια, οι κομπιναδόροι.
Η πατρίδα είμαστε όλοι εμείς! Ο καθένας από μόνος του! Και όλοι εμείς έχουμε υποχρέωση να προστατεύσουμε την πατρίδα και να την σώσουμε. Θα τους αφήσουμε να μας την πάρουν τα λαμόγια; Να την ξεπουλήσουν οι κομπιναδόροι; Να πέσουν πάνω της τα κοράκια να την ξεκοκαλίσουν;
Θανάσης Πολυμένης