Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Η κλοπή


Ο δεύτερος όροφος της παλιάς πολυκατοικίας της οδού Δαγκλή ήταν κάτι σαν κοινόβιο. Οι πόρτες των πέντε διαμερισμάτων κατά την διάρκεια της ημέρας, αν δεν ήταν ανοιχτές, είχαν μόνιμα τα κλειδιά πάνω. Τα απογεύματα οι γυναίκες μαζευόταν στο σπίτι της γηραιότερης, της κυρα-Παρασκευής, για καφέ και μέχρι το βράδυ τα χάχανα έφταναν μέχρι το ισόγειο μαζί με την γνώριμη φωνή του ταξίαρχου Θεοχάρη και του Γιάνγκου Δράκου.

Το ότι μεγάλωσα σ’ αυτό το περιβάλλον και το απερίσκεπτο (τουλάχιστον) του χαρακτήρος μου είναι η αιτία που εν έτι 2011 εν Αθήναις εγώ συνεχίζω να μην δίνω σημασία σε απλά μέτρα “ασφάλειας” παρόλο που την έχω “πατήσει” ουκ ολίγες φορές. Τουλάχιστον 3-4 φορές μου έχουν ανοίξει το αυτοκίνητο γιατί αφήνω σε περίοπτη θέση πορτοφόλια, κινητά, λεφτά κλπ. Η τελευταία μου προσφορά στην συμπαθή τάξη των διαρρηκτών αυτοκινήτων ήταν το laptop μου.
Πριν τις γιορτές λοιπόν είχα την φαεινή ιδέα να παρατήσω το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο στον παράδρομο της Κηφισίας στο Χαλάνδρι για 1-2 λεπτά όσο χρειάστηκε να αφήσω κάτι σε ένα κατάστημα. Αυτά τα 1-2 λεπτά όμως ήταν αρκετά στον άγνωστο περαστικό να εντοπίσει το laptop στο πίσω κάθισμα και πολύ εύκολα να ανοίξει την πόρτα και να το πάρει.
Βέβαια να σας πω την αλήθεια δεν κατηγορώ τον εαυτό μου. Το να πει κάποιος ότι φταίω επειδή άφησα εκτεθειμένο σε δημόσια θέα και με το αυτοκίνητο ανοιχτό τον φορητό υπολογιστή ισοδυναμεί με τον βλακώδη αφορισμό που λέει πως φταίει η γυναίκα που ντύθηκε προκλητικά και όχι ο βιαστής. Όσο δικαίωμα έχει ο οποιοσδήποτε να βιάσει μια γυναίκα, άλλο τόσο δικαίωμα είχε ο άλλος να κλέψει το laptop.
Ούτε τα ‘βαψα μαύρα που με κλέψανε. Εκτός από κάποιες φωτογραφίες που είχαν συναισθηματική αξία όλα τα υπόλοιπα (που αφορούν κυρίως την δουλειά μου) με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αντικαθίστανται. Για τις φωτογραφίες δεν το κρύβω πως στεναχωρήθηκα αλλά για σκεφτείτε το λίγο…
Ζούμε σε μια εποχή που η ανέχεια, αν δεν αφορά εμάς, αφορά τον διπλανό μας. Κι όταν τα παιδιά σου πεινάνε θα κλέψεις και πολύ καλά θα κάνεις. Βέβαια στην συγκεκριμένη περιοχή δεν παρεπιδημούν οι συνήθεις ύποπτοι, οι “άθλιοι” των ημερών μας, αλλά στελέχη επιχειρήσεων πάνε κι έρχονται, οπότε το πιθανότερο είναι πως το laptop αναπαύεται στα τρυφερά χέρια κάποιου κλεπτομανή γιάπη που αναζητά την λύτρωση στο ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή του.
Επίσης όμως ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο φόβος χρησιμοποιείται ευρέως ως μορφή χειραγώγησης. Η εγκληματικότητα κάθε μορφής είναι βούτυρο στο ψωμί του συστήματος το οποίο, αφού την δημιουργεί, την χρησιμοποιεί για να διαμορφώνει πολίτες φοβισμένους, πειθήνιους, που εύκολα αποδέχονται τα πλέον αντιδραστικά μέτρα.
Δεν νομίζω πως απάντηση στο έγκλημα είναι ο φόβος με όλα του τα συμπαρομαρτούντα. Εντάξει το laptop στο πίσω κάθισμα μπορείς να μην το αφήνεις, αλλά η καχυποψία, η εσωστρέφεια, το μίσος, η ανασφάλεια κάνουν τα πράγματα χειρότερα και δεν σε προφυλάσσουν. Μπορεί με τις αμπάρες, τους συναγερμούς, τα κάγκελα, να έχεις την ψευδαίσθηση ότι δεν θα χάσεις την περιουσία σου, αλλά μάλλον χάνεις την ψυχή σου.
Βέβαια κάποιος θα έλεγε πως αν ζούσα στον Άγιο Παντελεήμονα (που είναι και στη επικαιρότητα) δεν θα είχα την ίδια άποψη. Δεν ξέρω… Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Είναι όμως λύση να μεταμορφωθεί ο καθένας μας σε τιμωρό του μεσονυκτίου Τσαρλς Μπρόνσον βάλλοντας κατά δικαίων και αδίκων;
Και μέσα μας υπάρχει πολύ μίσος. Το βλέπεις στον καθρέφτη του παρ-μπριζ στα μάτια του οδηγού του πίσω αυτοκινήτου, το βλέπεις στο γήπεδο στην απέναντι κερκίδα, το βλέπεις στα τηλεοπτικά παράθυρα, το βλέπεις στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η κοινωνική αδικία, η κοινωνική ανισότητα, ο καταναλωτισμός αποτελούν το κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει το μίσος.
Και πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς τα πράγματα όταν κύριος φορέας μίσους είναι η ίδια η κυβέρνηση. Και δεν είναι μόνο οι δηλώσεις του αντιπροέδρου και του κυβερνητικού εκπροσώπου, ή οι εξαγγελίες του υπουργού δημοσίας τάξης. Με ταξικό μίσος εξαθλιώνει μεθοδικά τους οικονομικά ασθενέστερους για να μπορούν οι κεφαλαιοκράτες να τοποθετήσουν κερδοφόρα τα κεφάλαιά τους σε μια αγορά εργασίας τύπου Ταϊβάν, Κίνας και Μαλαισίας. Και αυτό το κάνει βέβαια έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση της παράταξης του μίσους. Της παράταξης των ταγμάτων ασφαλείας, των δοσιλόγων και των γερμανοτσολιάδων που εκπροσωπείται (ένα μέρος της) επάξια από το ΛΑ.Ο.Σ. οι πολιτευτές του οποίου αντιπαρατίθενται “πολιτικά” κρατώντας σιδηρολοστό και φορώντας κράνος.
Γι’ αυτό σας λέω αδέρφια. Παρ’ όλες τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στην ζωή μας, ας στρέψουμε την οργή μας όχι ο ένας στον άλλον, αλλά προς εκείνους που πραγματικά ευθύνονται. Εχθρός μας δεν είναι ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι, ούτε οι φορτηγατζήδες, ούτε οι ναυτεργάτες, ούτε ακόμα και οι λούμπεν αυτής της κοινωνίας (κλέφτες, διαρρήκτες κλπ). Εχθρός μας δεν είναι ο μικροαπατεώνας αλλά ο μεγαλοπατεώνας. Εχθρός μας δεν είναι αυτός που κλέβει το laptop αλλά αυτός που πέρα από τον καθημερινό κόπο, μας κλέβει την αξιοπρέπεια και το δικαίωμα να ζούμε σαν άνθρωποι.