Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Οι δομές αδιαφορίας μιας ανάπηρης πολιτείας!

ΕΝΑΣ πατέρας αλκοολικός και κτηνώδης. Μια μητέρα που πάσχει από διανοητική καθυστέρηση χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, ή τουλάχιστον, ανίκανη να κρίνει τα γεγονότα. Μια γιαγιά εκλιπούσα, η οποία έκανε τα πάντα για να παντρέψει τη διανοητικά ανάπηρη κόρη της, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες.
Και πάνω απ’ όλα, μια πολιτεία αδιάφορη για τα πάντα, πελαγωμένη και πνιγμένη στη γραφειοκρατία της και ένας δήμος, ο οποίος δεν ξέρει πώς να βοηθήσει τους δημότες του! Ένα διαρκές και καθημερινό έγκλημα!
Αυτή είναι η γενική εικόνα, η οποία συνθέτει το παζλ ενός διαρκούς εγκλήματος που μας αφορά όλους. Το να πούμε «κοίτα τι γίνεται στον κόσμο, τι γίνεται δίπλα μας», δεν αρκεί. Το να συγκινηθούμε και να καταδικάσουμε το έγκλημα, δεν αρκεί. Το να αποκαλέσουμε περίτεχνα ένα κτηνώδη πατέρα ως τέρας παίζοντας με τη λέξη «πα-τέρας», ούτε κι αυτό αρκεί. Χρειάζεται να ευαισθητοποιηθούμε ακόμα περισσότερο, όχι μόνο καταγγέλλοντας και φέρνοντας στο φως παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι περισσότερο γι’ αυτές. Να αναγκάσουμε την πολιτεία να δημιουργήσει τις ανάλογες δομές, ώστε να βοηθηθούν τα θύματα αυτών των περιπτώσεων.
Η Νίκαια στην Αθήνα είναι μια πυκνοκατοικημένη περιοχή. Ο πατέρας κτηνώδης και αλκοολικός, βίαζε την 18χρονη σήμερα κόρη του (διανοητικά ανάπηρη), για τρία χρόνια, ενώ ταυτόχρονα την εξέδιδε για λίγα ευρώ. Η μητέρα επίσης διανοητικά καθυστερημένη. Μια γυναίκα, η οποία προφανώς υπέστη το δικό της βιασμό, πριν από χρόνια από την ίδια τη μητέρα της, η οποία βιαζόταν να την παντρέψει με τον οποιοδήποτε. Ήταν το στίγμα, προφανώς, μιας παλιάς λογικής η οποία διαιωνίζεται μέχρι και σήμερα. Το στίγμα της διανοητικής καθυστέρησης ενός ατόμου, του «χαζού», του «τρελού». Την πάντρεψε προφανώς με τον πρώτο που συμφώνησε σ’ αυτόν τον γάμο. Αγνώστου ηθικής! Και φυσικά, ένας τέτοιος γάμος οδήγησε στα γεγονότα της Νίκαιας.
Ο αλκοολικός σαραντάχρονος, ζούσε με μια πενιχρή σύνταξη αναπηρίας. Όταν η γιαγιά πέθανε, όλα άλλαξαν στο σπίτι. Τα άλλα δύο ανήλικα αγόρια φυλακίστηκαν κυριολεκτικά μέσα σ’ αυτό. Δεν τους έβλεπε κανένας. Ένα σπίτι γεμάτο βρωμιά, πρωτοφανή δυσωδία, σκουπίδια. Και όταν οι άνθρωποι ζουν με τα σκουπίδια, το ίδιο σκουπίδια καταντάνε κι αυτοί. Απερίγραπτη δυστυχία, κόπρανα στο δωμάτιο παντού, χαλασμένα φαγητά και κονσέρβες πεταμένες εδώ κι εκεί, συνέθεταν μια αρρωστημένη κατάσταση για τις νεκρές ζωές των παιδιών. Άγνωστο αν τα άλλα δύο αγόρια είναι διανοητικά καθυστερημένα επειδή γεννήθηκαν έτσι, ή επειδή δεν πήγαν στο σχολείο για να μάθουν να μιλάνε.
Οι προσπάθειες μιας θείας που ενδιαφέρθηκε αληθινά για την «οικογένεια», έπεσαν στο κενό, καθώς προσέκρουσαν στην αδιαφορία της πολιτείας και του κρατικού ενδιαφέροντος. Μια πολιτεία που ενδιαφέρεται μόνο να κρύβει τους ψυχοπαθείς σε σκοτεινά διαμερίσματα μιας χαώδους πόλης όπως είναι η Αθήνα, ή στην αδιαφορία της επαρχίας, όπου οι τρελοί κρύβονται ακόμα καλύτερα σε υπόγεια ή αποσωνόμενα δώματα, χωρίς καμιά ιατρική φροντίδα και με γειτόνους που δεν ανοίγουν εύκολα το στόμα τους: «πού να μπλέκουμε τώρα!». Βολεύει αυτό πολλές φορές και στις ίδιες τις οικογένειες που έχουν παρόμοια άτομα με παρόμοια προβλήματα. Λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι προσπαθούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό και είναι προς τιμήν τους.
Κι όμως∙ καμιά πολιτεία δεν μπορούσε να βρεθεί για να προστατεύσει αυτά τα παιδιά. Πελαγωμένοι στην γραφειοκρατία τους, οι κοινωνικοί λειτουργοί του Δήμου Νίκαιας δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι γι’ αυτό, πέρα από ένα απλό τηλεφώνημα στην Αστυνομία. Ως εκεί. Κι από εκεί και μετά το τέλος. Το χάος. Η άβυσσος της αδιαφορίας. Ποια είναι η προσφορά ενός Δήμου αν δεν μπορεί να φροντίσει τους δημότες του; Τα καθαρά πεζοδρόμια; Το μάζεμα των σκουπιδιών; Ένα συσσίτιο ίσως κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα; Και μετά;
Ενδιαφέρθηκε μόνο το «Χαμόγελο του Παιδιού», ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός, που όμως δεν μπορεί να περιθάλψει τις χιλιάδες περιπτώσεις που υπάρχουν γύρω μας.
Αδυσώπητη πόλη, αδυσώπητη και η αδιαφορία της πολιτείας, που δεν έχει δομές να ενδιαφερθούν για τον συνάνθρωπο, για τον φορολογούμενο πολίτη, για τον ψηφοφόρο. Ξέρετε τι με εκπλήσσει σ’ όλη αυτή την ιστορία; Ότι ο εγκληματίας πατέρας, θα βρει στέγη και φαγητό προσφερόμενα από την ίδια την πολιτεία, έστω και στη φυλακή. Τα παιδιά αυτά δεν θα έβρισκαν καμιά φροντίδα αν δεν υπήρχε το «Χαμόγελο του Παιδιού». Το πολύ να κατέληγαν αλυσοδεμένα και τρελαμένα σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο ενός παράλογου ιδρύματος, το οποίο θεωρεί ότι, οι διανοητικά ανάπηροι άνθρωποι, θα πρέπει να κρύβονται στο σκοτάδι σε ακόμα πιο τρισάθλιες συνθήκες.