Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Φ. ΜΑΛΚΙΔΗΣ: «Η εφαρμογή μιας ελληνικής πολιτικής για τη Θράκη, δεν πρέπει να εξαρτάται από μια ξένη δύναμη και αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία»

ΦΑΝΗΣ ΜΑΛΚΙΔΗΣ:

«Η εφαρμογή μιας ελληνικής πολιτικής για τη Θράκη, δεν πρέπει να εξαρτάται από μια ξένη δύναμη και αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία»

«Ανάγκη δημιουργίας ενός μουσείου για τους πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα το 1922»


Συνέντευξη: Θανάσης Πολυμένης

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ να δημιουργηθεί επιτέλους ένα μουσείο των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα το 1922, την πολιτική της Ελλάδας και της Τουρκίας στη Θράκη και την απουσία της Ελλαδικής πολιτείας από την παγκόσμια αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων και των άλλων λαών, μιλάει στον «Πρωινό Τύπο» ο πανεπιστημιακός κ. Φάνης Μαλκίδης.

O Φάνης Μαλκίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη από γονείς πρόσφυγες από την Αδριανούπολη της ανατολικής Θράκης.

Είναι διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών και είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης για τη Μελέτη των Γενοκτονιών, η οποία το 2007 αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Έχει τιμηθεί από το Συμβούλιο Τύπου των Εθνικών Κοινοτήτων του Καναδά για τη συνεισφορά του στην προαγωγή του πολιτισμού και την αλληλοκατανόηση μεταξύ των εθνικών κοινοτήτων του Καναδά.


κ. Μαλκίδη. Σε πρόσφατη ομιλία σας με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων που οργάνωσε το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Νέας Ορεστιάδας, αναφερθήκατε στην ανάγκη δημιουργίας «ζωντανών μουσείων» για τον προσφυγικό ελληνισμό. Πώς ακριβώς θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σήμερα τέτοια μουσεία και ποια είναι η προσφορά της Πολιτείας σ’ αυτό το ζήτημα;

Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει μουσείο των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα το 1922. Ουσιαστικά δεν υπάρχει ένα μουσείο για ένα μέρος του ελληνικού λαού, το οποίο έζησε για χιλιάδες χρόνια στη Μικρά Ασία, στην Καππαδοκία, στον Πόντο, στην ενιαία Θράκη, ένας πληθυσμός ο οποίος έχει σημαντική προσφορά στον ελληνικό και παγκόσμιο πολιτισμό. Μία προσφορά η οποία διακόπηκε βίαια με τη Γενοκτονία, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 1.000.000 Έλληνες, από τους 2.600.000 που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος το 1914, και εξαφάνισε τα τεκμήρια της ελληνικής παρουσίας. Με εξαιρέσεις τις φιλότιμες προσπάθειες προσφυγικών σωματείων και άλλων φορέων – αναφέρω ενδεικτικά την Ένωση Σμυρναίων, το Κέντρο Θρακικών Μελετών, την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, το Κέντρο Σπουδής του Μικρασιατικού Ελληνισμού του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής- τα οποία διέσωσαν ένα μεγάλο μέρος του Ελληνισμού, η ελλαδική πολιτεία δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τη συγκρότηση μουσείων για τον Ελληνισμό της καθ΄ ημάς Ανατολής.

Στην απουσία και στην ολιγωρία αυτή φαίνεται ότι θα απαντήσουν οι πρόσφυγες, ήδη το κάνουν από τη Νέα Ορεστιάδα μέχρι την Κρήτη και από την Ευρώπη μέχρι την Αυστραλία και τις ΗΠΑ. Το ζωντανό μουσείο είναι πραγματικότητα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού, είναι η τέταρτη γενιά προσφύγων, είναι η μεγάλη ανάγκη για να βρει ο Έλληνας την ταυτότητά του.


Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε να αναπτύσσεται μια περίεργη κινητικότητα στη Θράκη. Έχουμε το περιστατικό της δασκάλας κας Χαράς Νικοπούλου στο Μεγάλο Δέρειο, έχουμε τα ζητήματα του τουρκικού Προξενείου και άλλα πολλά, που καθημερινά συνθέτουν ένα σκηνικό. Φαινομενικά, όλα μοιάζουν γνωστά και καθημερινά! Στο σύνολό τους όμως, κάτι αλλάζει στη Θράκη, όσον αφορά τη στάση της Τουρκίας. Πώς βλέπετε την εξέλιξη σ’ αυτή την περίεργη κατάσταση;

Όπως είχε πει ο παλιός πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν «αποτελεσματική πολιτική είναι η τέχνη της διαχείρισης των συμβόλων».

Η δημοσιοποίηση της επίσκεψης της τουρκικής αντιπροσωπείας δεν έπιασε απροετοίμαστη τη Θράκη και τους κατοίκους της, απλώς εξέπληξε με τη σημειολογία της. Για τους Θρακιώτες, η 14η Μαΐου είναι η ημέρα απελευθέρωσής τους το 1920, μετά από 600 (!) χρόνια. Η ημέρα αυτή επιλέχθηκε να επισκεφθεί την Ελλάδα ο πρωθυπουργός της Τουρκίας και μάλιστα είχε προετοιμασθεί και η επίσκεψή του και στη Θράκη. Αυτή αναβλήθηκε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του Ερντογάν, ως «χειρονομία καλής θέλησης» έναντι της Ελλάδας, λόγω της οικονομικής συγκυρίας και «για να μην παρεξηγηθεί η επίσκεψη».

Είναι γνωστό ότι έναν από τους κύριους μοχλούς πίεσης της τουρκικής πολιτικής προς την Ελλάδα, αποτελεί η Θράκη. Με μέσο το Τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, επιχειρείται αρχικώς η χειραγώγηση των μουσουλμανικών μειονοτήτων, εκπέμποντας μηνύματα «συμβολικής και ουσιαστικής συνδιοίκησης» στην Θράκη.

Παράλληλα εκτός από την προφανή εξωτερική απειλή και την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας στη Θράκη, υπάρχει και μία εσωτερική πτυχή αφού η κοινωνική και πολιτική συγκρότηση στην περιοχή, έχει μεγάλη Τουρκική δραστηριότητα:

Α) οικονομική, ήδη έχει δοθεί στη δημοσιότητα η πρόθεση τουρκικών εταιρειών να αγοράσουν τα κουφάρια των βιομηχανιών στην Θράκη, Β) πολιτική με την διαχείριση της μειονοτικής ψήφου και Γ) κοινωνική- θρησκευτική, με την εκλογή των μουφτήδων και του μη διορισμού των ιμάμηδων από το ελληνικό κράτος, διαιωνίζοντας την εξάρτηση των θρησκευτικών λειτουργών από την Τουρκία.


Ζήτημα Πομάκων. Οι ίδιοι οι Πομάκοι, επιμένουν να δηλώνουν ότι δεν είναι Τούρκοι μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες μουσουλμάνοι πολίτες. Διαμαρτύρονται προς το ελληνικό υπουργείο Παιδείας, ότι αναγκάζονται να διδάσκονται την τουρκική γλώσσα σε μειονοτικά σχολεία και όχι την ελληνική, όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική Πολιτεία μοιάζει να κωφεύει στα αιτήματά τους. Σπρώχνει η Ελλάδα τους Πομάκους προς την Τουρκία ώστε αυτοί να τουρκοποιηθούν πλήρους; Προσφέρει η Ελλάδα στην Τουρκία μια μειονότητα για κάποιο λόγο; Τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτό το ζήτημα;

Το σχέδιο που έχει σαν στόχο έχει την ομαδοποίηση της μειονότητας με βάση τη θρησκεία και η πολιτική της τουρκοποίησης των μουσουλμάνων πρέπει να σταματήσει.

Όπως και πρέπει να λυθεί το ζήτημα των σχολείων όπου διδάσκεται μόνο η τουρκική γλώσσα, καταπιέζοντας και εξαφανίζοντας τις άλλες μειονοτικές γλώσσες, την πομακική και τη Ρωμανί.

Το ζητούμενο για τη Θράκη σήμερα σε σχέση με την Τουρκία, είναι η απαλλαγή από τον εναγκαλισμό από ένα κράτος με φασιστικά- ρατσιστικά χαρακτηριστικά, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας των μουσουλμανικών μειονοτήτων της Θράκης. Να αποκτήσει δηλαδή η μειονοτική κοινωνία πολυφωνία, αυτόνομη έκφραση, ταυτότητα και αυτοπροσδιορισμό, όπου έχει καταπιεσθεί και συμπιεσθεί (Πομάκοι-Ρωμά).

Η κατάρρευση των δομών του τουρκικού κράτους στη Θράκη, δομές που θυμίζουν Εργκενεγκόν, δηλαδή κράτος- παρακράτος, αποτελεί βήμα ενίσχυσης της εθνικής κυριαρχίας, παράδειγμα απελευθέρωσης και εκσυγχρονισμού των μουσουλμάνων, αποκόπτοντάς τους από τους εθνικιστές κεμαλικούς Τούρκους.

Η τουρκική πολιτική όπως αυτή εμφανίστηκε με την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο για τη Θράκη. Η εφαρμογή μίας ελληνικής πολιτικής για την περιοχή, την πλειονότητα και τη μειονότητα, δεν πρέπει να εξαρτάται από μία ξένη δύναμη που εδώ και δεκάδες χρόνια αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία. Για να πάνε μπροστά οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να κοιτούν και πίσω, δηλαδή την ιστορία. Αυτή είναι η βασική θέση όλων των θεωριών των Διεθνών Σχέσεων.


Από το 1908 έως και το 1923 οι ομαδικές σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων από τους Τούρκους, είχαν ως στόχο να αφανίσουν τον Ελληνισμό και να προωθήσουν το όραμα του Παντουρκισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα η Τουρκία, μέσω της επεκτατικής της πολιτικής έναντι της Ελλάδας, συνεχίζει να προωθεί το όραμα του Παντουρκισμού ή μήπως έχουν αλλάξει τα συμφέροντά της; Την ενδιαφέρει δηλαδή μόνο η οικονομική εκμετάλλευση του Αιγαίου ή μήπως ενδιαφέρεται και για κάτι περισσότερο από αυτό;

Η Τουρκία και οι μηχανισμοί της σε όλον τον κόσμο εφευρίσκουν διάφορα σενάρια προκειμένου να δικαιολογήσουν τις μαζικές εκτοπίσεις και τελικώς τις μαζικές δολοφονίες ενάντια στους Έλληνες. Προσπαθούν να δικαιολογήσουν τους Νεότουρκους, τους διδάξαντες το ρατσισμό και εθνικισμό στους Γερμανούς Ναζί, καθώς και τους Κεμαλικούς.

Στο εξωτερικό, η Τουρκία αφιερώνει ένα διαρκώς αυξανόμενο προϋπολογισμό σε προγράμματα που αποσκοπούν να δώσουν μια άσπιλη εικόνα για το παρελθόν της και να της εξασφαλίσουν καλές σχέσεις. Επίσης απειλεί για την οργάνωση εκδηλώσεων για τη Γενοκτονία και στοχοποιεί όσους ασχολούνται με την ανάδειξή της, παρεμβαίνοντας σε ξένες κυβερνήσεις για να αποτραπεί η είσοδος και η δραστηριότητα σε ακαδημαϊκούς και πολιτικούς που ασχολούνται με τη Γενοκτονία.

Στο εσωτερικό προσπαθεί να συσπειρώσει το εθνικό συναίσθημα γύρω από γεγονότα, όπως τα μνημόσυνα των θυμάτων της Τουρκίας κατά την περίοδο 1915-1918, ή ημέρες μνήμης και τιμής ορισμένων υπευθύνων της γενοκτονίας (μεταξύ των οποίων οι Μουσταφά Κεμάλ, και οι ηγέτες των Νεότουρκων, ο Ταλάτ, ο Ενβέρ, Τζεμάλ, ή ο Τοπάλ Οσμάν), καθώς και με τη δημιουργία «ινστιτούτων» και άλλων «κέντρων τουρκικών μελετών».

Τίθεται το ερώτημα γιατί οι Νεότουρκοι και οι Κεμαλικοί συνειδητά επεδίωξαν την εξόντωση των Ελλήνων. Ο κυριότερος λόγος ήταν χωρίς αμφιβολία τα εθνικιστικά αισθήματα, που ενισχύθηκαν μετά το 1908 και οπωσδήποτε μετά την επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ, ενώ δεν πρέπει να παραβλεφθούν οι ρατσιστικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν από τα δύο αυτά εθνικιστικά κινήματα.

Όλες οι διαδοχικές κυβερνήσεις της Τουρκίας, αρνήθηκαν τη σχετική με τη γενοκτονία κατηγορία και δεν έπαψαν να αναπτύσσουν συντονισμένες προσπάθειες για να εμποδίσει κάθε αναγνώριση της γενοκτονίας, και κάθε έρευνα πάνω στα περιστατικά της γενοκτονίας.

Η αλήθεια όμως, η πραγματικότητα δεν μπορεί να εμποδιστεί. Αυτό γίνεται αντιληπτό και στην ίδια την Τουρκία όπου έχει ξεκινήσει μία μεγάλη προσπάθεια ανάδειξης των γενοκτονιών και των διώξεων που έχουν υποστεί οι μη μουσουλμανικές μειονότητες. Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει αρνούμενη την ευθύνη της για τη γενοκτονία των Ελλήνων για αυτό στρέφει την δραστηριότητα στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στη Θράκη. Εκεί έχει το προνόμιο της δράσης. Στο ζήτημα της Γενοκτονίας όμως έχει την αντίδραση για αυτό και η ανασφάλειά της. Για αυτό και η βία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, από τη δολοφονία του καθολικού ιερέα Αντρέα Σαντόρο στην Τραπεζούντα μέχρι τη δολοφονία του Αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντίνκ, και του καθολικού επισκόπου στον Εύξεινο Πόντο Λουίτζι Καντονέζε.


Ποια είναι η σημερινή κατάσταση σχετικά με τη γενοκτονία; Τι προοπτικές υπάρχουν σχετικά με την αναγνώρισή της;

Οι επιλογές της Ελλάδας μετά την Γενοκτονία – σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας, πρόταση από τον Ελ. Βενιζέλο για απονομή βραβείου Νόμπελ ειρήνης στον Κεμάλ (!), αποσιώπηση της ιστορίας – ώθησε τη δεύτερη και την τρίτη γενιά προσφύγων σε δυναμική προσέγγιση της κατάστασης. Οι παλιοί πρόσφυγες συνάντησαν τις νέες γενιές, οι οποίες αναζήτησαν μία νέα σχέση με την ιστορία και την παράδοση, περνώντας σε νέες οδούς αναζήτησης της ταυτότητας. Και εν μέρει το έχουν πετύχει αν αναλογιστούμε το πρόσφατο παρελθόν της λήθης και το συγκρίνουμε με το παρόν της ενεργοποίησης και του μέλλοντος της δημιουργικής και της παραγωγικής μνήμης και ειδικότερα με τη διεθνή ανάδειξη του ζητήματος.

Μέχρι σήμερα την γενοκτονία των Ελλήνων έχει αναγνωρίσει, το Σουηδικό Κοινοβούλιο, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, πολιτείες, δήμοι και άλλοι φορείς των ΗΠΑ και η βουλή της Νότιας Αυστραλίας.

Την υπόθεση έχει απασχολήσει το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ, και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη μετά από παρεμβάσεις μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Η γενοκτονία τέθηκε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (5 Σεπτεμβρίου 2006), με την κατάθεση της έκθεσης του Ολλανδού ευρωβουλευτή Camiel Eurlings, ο οποίος ανέφερε τις παρατηρήσεις τους για την πρόοδο της Τουρκίας, στην πορεία για την Ευρωπαϊκή της ένταξη.

Επίσης το Δεκέμβριο του 2007, η Διεθνής Ένωση Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide ScholarsIAGS) αναγνώρισε με ψήφισμά της τη Γενοκτονία των Ασσυρίων και των Ελλήνων στο διάστημα 1914-1923, ψήφισμα στο οποίο κατέληξε μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της.

Παρά την απουσία της ελλαδικής πολιτείας, διαπιστώνεται ότι Έλληνες κυρίως της Διασποράς και Φιλέλληνες, έχουν αναδείξει το ζήτημα και έχουν πετύχει σημαντικά αποτελέσματα, εάν αναλογιστούμε, ότι είναι μόνοι.

Ωστόσο η προσπάθεια συνεχίζεται, έχει αποτελέσματα και το επόμενο διάστημα θα είμαστε σε θέση να δούμε ότι η δικαίωση των θυμάτων και των απογόνων τους, θα γίνει πράξη.

Ο ελληνικός λαός έχει δικαίωμα να απαιτεί με επιμονή την αναγνώριση των εγκλημάτων και αδικιών που διαπράχτηκαν σε βάρος του. Μάλιστα όσο μεγαλύτερη είναι η αδικία, όταν σχεδόν το 50% των Ελλήνων εξαφανίσθηκαν όσο περισσότερο χρόνο αποκρύφτηκαν τα γεγονότα, τόσο πιο έντονη είναι η επιθυμία για μια τέτοια αναγνώριση. Αναγνώριση η οποία είναι ένας ουσιαστικός τρόπος πάλης ενάντια στο έγκλημα της γενοκτονία, αναγνώριση που αποτελεί μία επιβεβαίωση του δικαιώματος ενός λαού να γίνει σεβαστή η ύπαρξή του σύμφωνα με το δίκαιο και την ιστορική αλήθεια.

ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΝΗ ΜΑΛΚΙΔΗ ΤΗΝ ΕΚΑΝΑ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ" ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 17 Ιουνίου 2010. Θανάσης Πολυμένης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΡΑΨΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ