Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Απέραντη πορνογραφία το τοπίο!

ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, δικιά μας και η σήψη. Δικά μας τα κροκοδείλια δάκρυα, δική μας και η κάλυψη. Τι κοινό έχουν, το πλήρες σκοτάδι και η μεγάλη λάμψη από φως; Το ότι δεν βλέπεις καθαρά τα πράγματα, τα αντικείμενα. Ότι και τα δυο σε τυφλώνουν. Κυριολεκτικά και μεταφορικά! Στο σκοτάδι, δεν βλέπεις που πας, βαδίζεις στα τυφλά. Τι είναι αυτό μπροστά μου; Με τι μοιάζει το άλλο δίπλα μου; Πού είναι η πόρτα; Το ίδιο συμβαίνει όταν τα μάτια σου έχουν να αντιμετωπίσουν μια λάμψη. Ένα έντονο φως που σε χτυπάει στα μάτια. Οι κόρες των ματιών μικραίνουν, τα μάτια πονάνε, δεν μπορείς να δεις καθαρά. Μια τεράστια πηγή φωτός σου κλείνει τα μάτια. Βάζεις τα χέρια σου μπροστά για να καλυφθείς. Πιστεύεις ότι βαδίζεις σωστά, αλλά σίγουρα βαδίζεις λάθος. Το φως σου φέρνει μια περίεργη αισιοδοξία, ότι βαδίζεις καλά. Δεν ξέρεις όμως τι σε περιμένει στο τέλος του!
Όπως τυφλώνει ο έρωτας, όπως τυφλώνει το χρήμα. Το ίδιο τυφλώνει και η δόξα, το ίδιο τυφλώνει και η τηλεόραση! Σ’ αυτό το υπερβολικό, πώς μπορείς ν’ αντισταθείς; Πώς μπορείς να προβάλεις τις αντιστάσεις σου; Πώς μπορείς να μην σκοντάψεις στο σκοτάδι ή να μην σκοντάψεις απέναντι στο υπερβολικό φως;
Κι ύστερα, τίποτα. Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις μπροστά σου το απόλυτο κενό! Αποσβολώνεσαι, μόνος, έρημος, κενός. Αυτό είχα μπροστά μου; Αυτό ήταν δίπλα μου; Ξεπεσμός και αθλιότητα. Πτώση και απαξίωση. Των όλων και των πάντων! Σε μια εποχή όπου μπορείς να κάνεις – θεωρητικά έστω – τα πάντα, οφείλεις να δίνεις στον εαυτό σου το δικαίωμα να επιλέγει!!! Και όχι να επιλέγουν οι άλλοι για σένα! Αυτό είναι το σπουδαίο.
Εμείς ξεχάσαμε τα πάντα! Ξεχάσαμε τις αξίες μας, τις γνώσεις μας και αφεθήκαμε στο σκουπίδι και στο τηλεσκουπίδι! Ασχολούμαστε με ανοησίες, με πράγματα χωρίς αξίες. Πετάξαμε στην άκρη τη γνώση, τη σκέψη, το διάβασμα, την ποίηση, τη μουσική κι αποφασίσαμε ν’ ασχοληθούμε με τη σκόνη και τη βρώμα, με τα σκουπίδια. Επιλέξαμε το ευτελές και το εύκολο. Και το αναδείξαμε σε απαραίτητο, σε άξιο, σε αναγκαίο.
Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Ξεχάσαμε από πού ξεκινήσαμε, ξεχάσαμε με τι γαλουχηθήκαμε, ξεχάσαμε ποιοι είμαστε. Μας θάμπωσε το χρήμα, το μεγάλο αυτοκίνητο, το πλούσιο σπίτι, το λαθραίο τηλεοπτικό τοπίο, οι απαστράπτουσες σαθρές παρουσίες, μας θάμπωσε το γελοίο.
Επιλέξαμε το «opa» και όχι το «ώπα»! Επιλέξαμε να στραμπουλίξουμε τα πάντα, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν το «νέο»! Δεν ήταν καν το παλιό! Ήταν, απλά, το τίποτα!
Απέραντη πορνογραφία η Ελλάδα! Αλλά πορνογραφία, δεν είναι μόνο η Τζούλια και η κάθε Τζούλια, που θαμπωμένη από την πλανεύτρα δόξα, το φως που θαμπώνει και το εύκολο χρήμα, οδηγείται ως πρόβατο επί σφαγή στην τηλεοπτική καρμανιόλα! Το αδηφάγο τηλεοπτικό τέρας, στο τέλος θα φτύσει τα κόκαλά της αφού πρώτα την ξεζουμίσει και φάει τις σάρκες της! Μέχρι το επόμενο θύμα. Όπως ακριβώς έγινε και με την Έφη Θώδη. Όπως έγινε και με άλλους. Απλώς αλλάζει ο τρόπος κατάποσης!
Πορνογραφία δεν είναι μόνο το κάθε μοντέλο που καταλήγει στα ναρκωτικά και τη βίζιτα. Πορνογραφία κάνει κι εκείνο το κοριτσόπουλο που στη βαρεμάρα της επαρχιακής του πολιτείας, εκθέτει εαυτόν με βαρύγδουπες κουβέντες περί έρωτος και σεξ. Απέραντη πορνογραφία η χώρα, σ’ ένα σαθρό τοπίο, χωρίς ίαση! Και φταίμε όλοι εμείς, που καθόμαστε κι ασχολούμαστε! Δεν φταίει καμιά Τζούλια, αλλά εκείνες οι εκατό χιλιάδες, που έτρεξαν κι αγόρασαν το DVD. Φταίμε όλοι εμείς, που αφήνουμε την πορνογραφία κάθε είδους να εισβάλλει σαν την αλμύρα στις ιδέες, και να τις καταστρέφει!
Θ.Πολ.[Δημοσιεύθηκε εβδομαδιαία εφημερίδα SEVEN της Δράμας 24 Μαρτίου 2010]