Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Πολύς λόγος τελευταία για τους emo...


Πολύς λόγος τελευταία για τους ίμο (emo), ένα «κίνημα», μια «μόδα», μια «τάση» στη σύγχρονη ελληνική νεολαία. Γενιά των ίμο χαρακτηρίζεται τώρα η γενιά του 2000! Και φυσικά, ως συνήθως, πάντα καθυστερημένα στην Ελλάδα γίνονται όλα. Είτε αυτά είναι πολιτικά κινήματα, κοινωνικά κινήματα, ομάδες και τάσεις εν εξελίξει λόγω των κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών. Στην Ελλάδα, εισάγονται καθυστερημένα, ακόμα και οι αντιγραφές των διαφόρων τηλεοπτικών σίριαλ, των τηλεοπτικών παιχνιδιών, των ριάλιτι σόου. Κι αυτά καθυστερημένα τα βιώσαμε στην ελληνική πραγματικότητα, όπως καθυστερημένα βιώναμε τα πάντα. Και φυσικά, συζήτηση, μπόλικη συζήτηση χωρίς τέλος.
Τα παιδιά που θέλουν να λέγονται σήμερα ίμο-emo, είναι ο απόηχος μιας ακόμα «τάσης», μιας ακόμα «μόδας» που προβάλουν γενικώς την απαισιόδοξη πλευρά της ζωής. Ντύνονται στα μαύρα για να συμβολίσουν τη θανατοληψία που κυριαρχεί μέσα στο κεφάλι τους, και το χαμένο ύφος της ψυχής τους που βγαίνει στο πρόσωπο με τα βαμμένα μαύρα δάκρυα, το μαλλί που πέφτει μέσα στα μάτια, καρφάκια στα αφτιά, στα μάγουλα, στα χείλια, στη γλώσσα. Τατουάζ που προσπαθούν απεγνωσμένα ίσως να αποδώσουν τη μαυρίλα μιας χαμένης ψυχής στα βάθη ενός... τίποτα! Ίμο-emo, από τη λέξη ιμόσιοναλ-emotional που πάει να πει συναισθηματικός, από το ιμόσιον-emotion = συγκίνηση, συναίσθημα. Σε απλά ελληνικά, οι ευσυγκίνητοι, αυτοί που πονούν(;) για τα πάντα, που είναι οι down-ντάουν, πέφτει η ψυχή τους χαμηλά(;) Και βέβαια το πράγμα ξεφεύγει, δεν μένουν απλά και μόνο στο συναίσθημα ή στο συμβολικό βάψιμο του προσώπου με τα μπογιατισμένα δάκρυα. Για να αποδώσουν αυτή τους τη μαυρίλα, πολλοί χαρακώνονται, κάτι περίπου σαν το αυτομαστίγωμα, προκειμένου να εξιλεωθούν, από τι; Από αυτό που τους βασανίζει; Και τι είναι αυτό στο οποίο αντιδρούν; Προφανώς η σιωπή τους, γιατί, στην ουσία, όταν αρχίζουν να μιλάνε δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο να πουν. Καμία θεωρία, ούτε ίχνος, χωρίς άποψη, χωρίς στήριξη αυτού που κάνουν, χωρίς τίποτα. Οι απαντήσεις τους περιορίζονται στο «με εξιτάρει», «έτσι την είδα», και τέλος. Από την άλλη όμως, υπάρχουν κι αυτοί που τους κυνηγούν, οι λεγόμενοι τρέντι, οι κάγκουρες. Τους κυνηγούν για να τους δείρουν. Και οι ίμο γυρνούν και το άλλο μάγουλο. Αφήνονται να τους δείρουν για να περισσέψει προφανώς το συναίσθημα της θανατοληψίας που υπερασπίζονται...
Αλλά τι είναι αυτό πέρα από μια μόδα που θα περάσει; Κι όμως, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με άλλα παλαιότερα κινήματα ή μόδες ή τάσεις των εποχών. Δεν έχουν καμία πολιτική τάση, δεν ταυτίζονται με εξουσίες, με ιδεολογικές θέσεις, προτιμούν τη σιωπή μιας και δεν έχουν τίποτα απολύτως να πουν και να εκφράσουν πέρα από τα μπογιατισμένα μαύρα δάκρυα. Δεν επαναστατούν απέναντι σε τίποτα, δεν ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο πέρα από τη θλίψη τους, ίσως επειδή έτσι προτιμούν να είναι τα πράγματα, προκειμένου να μπορούν να θλίβονται. Μόδα είναι θα περάσει...